Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Loren Eiseley Ἀπόσπασμα ἀπό τό δοκίμιο: "Ὁ Ἄνθρωπος ἀπό τό δάσος τῶν Ἡλιοτροπίων" Ἀπόδοση στά ἑλληνικά: Νατάσα Κεσμέτη



Κι ἀκόμα ἔχω ἐπίγνωση τοῦ κορμοῦ πού τεντώνεται ἀπαίσια πίσω ἀπό μένα κατά μῆκος τοῦ πατώματος. Εἶμαι κι ἐγώ μέ πολλές ὄψεις, ἕνα πράγμα πού ἔχει σκαρφαλώσει κάθετα πάνω ἀπό τίς σκοτεινές ἀτέλειωτες στρωματώσεις τῶν φύλλων κι ἔχει, γλιστρώντας καχύποπτα, ἀποβληθεῖ τριχωτό, μέσα ἀπό το λαμπύρισμα τῆς γαλάζιας νύχτας τῶν παγετῶν. Ἐγώ, ὁ προφέσσορας πού τρεμουλιάζει παράλογα πάνω στήν ἐξέδρα μέ τό βιβλίο καί τά γυαλιά μου, εἶμαι τό μόνο φιλόσοφο ζῶο. Εἶμαι το σκουλήκι πού ξεδιπλώνεται καί τό λασπόψαρο, τό ἀλλόκοσμο δέντρο τῆς Ἴγκντρασιλ πού δίνει ἀδιάκοπα σχῆμα στόν ἑαυτό του πέρα ἀπό τό σκοτάδι πρός τό φῶς.

Ἀπό τό δοκίμιο «Ὁ Ἄνθρωπος ἀπό τό Δάσος τῶν Ἡλιοτροπίων», στό βιβλίο τοῦ Loren Eisley Tό Στερέωμα τοῦ Χρόνου.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ πιό ἥσυχη ἀπόφαση

                                        (τῆς Ἐλπίδας, 24-04-2013)

Ἔπρεπε νά δώσω τή μηχανή γιά ἐπισκευή. Μᾶλλον, ἀπ’ ὅτι μοῦ εἶπαν, θά ‘μενε συνεργεῖο κάνα δεκαπενθήμερο. Εἶχα γυρίσει τῆς γῆς τό κατάκωλο μαζί της κι ἄν καί σκληρό καρύδι, κάποια στιγμή χτύπησε μπιέλα.
Ἐκεῖνο πού μέ προβλημάτιζε ἦσαν οἱ μετακινήσεις. Εἶχα ξεμπερδέψει μέ τή χρήση τοῦ αὐτοκινήτου στήν καθημερινότητα. Ἔφτανε νά καθίσω στή θέση τοῦ ὁδηγοῦ, νά πατήσω τό κουμπί λειτουργίας τοῦ κινητήρα, καί τό αἷμα μου ἀνέβαινε στό κεφάλι μέ τήν ἴδια ἔνταση καί ταχύτητα πού ὁ σπινθήρας ἐκτόξευε τό καύσιμο στίς βαλβίδες. Δέν ἦταν ἐξ αἰτίας τῆς κίνησης μονάχα καί τοῦ ἀπαγορευτικοῦ κόστους αὐτῶν τῶν μετακινήσεων, ὅσο τό γεγονός ὅτι κινούμενος μέ τό δίτροχο εἶσαι ἕνα μέ τόν ἔμφορτο ἀπό τίς μυρουδιές τῶν ἐποχῶν ἀέρα, βρίσκεσαι στό κέντρο τῆς δίνης πού δημιουργεῖ κάθε ἔντονο καιρικό φαινόμενο, ἔχεις τήν ἐντύπωση πώς ἡ παγχρωμία σου εἶναι μέρος τῆς ποικιλομορφίας τῶν χρωμάτων τοῦ τοπίου ὅπου κινεῖσαι, χάνεσαι ἤ ἐμφανίζεσαι ὅπως κάθε ἄλλο σημεῖο χάρη τῶν φωτοσκιάσεων στίς ὁποῖες, ἐξ αἰτίας τῆς ἀλλαγῆς τῶν ὡρῶν τοῦ εἰκοσιτετραώρου ἀνά ἑβδομάδα ἤ μήνα, ἐμβαπτίζεται ἡ πόλη.
Ἡ Ν., ὅταν τό ‘μαθε, προσφέρθηκε νά μέ διευκολύνει σέ ἀρκετές διαδρομές πού ταίριαζαν μέ τίς δουλειές της, χωρίς φυσικά νά ‘χει πρόβλημα νά κάνει καί μπόλικες παρακάμψεις, προκειμένου νά μ’ ἐξυπηρετήσει. Ἡ Δ. μοῦ πρότεινε ν’ ἀναλάβει ἐξ ὁλοκλήρου ὁρισμένες ἐπαγγελματικές μου ὑποχρεώσεις, διαθέτοντας μάλιστα χωρίς φειδώ ὅλα τ’ ἀπογεύματά της.
Πίναμε τό κρασί μας σ’ ἕνα μπαράκι, κουτσοτρώγαμε, συζητούσαμε μέ ποιόν τρόπο καλλίτερα κι ὅσο τό δυνατόν ἀνώδυνα θά λυνόταν τό θέμα. Δέν ἦταν καί τόσο σπουδαῖο πράγματι, ὅπως ἄλλωστε κι ἄλλα ζητήματα στή ζωή, μολονότι τά μεγαλοποιοῦμε δίχως λόγο, εἰδικότερα ἐπειδή ἐπικεντρωνόμαστε στά ἐμπόδια πού ὅλα τους ἐν τέλει εἶναι περαστικά, δίνοντάς τους ἀξία ἀναντίστοιχη τῆς σημασίας τους. Ὀνομάζουμε πρόβλημα, κάνουμε βουνό, ὅ,τι μᾶς ξεβολεύει;
Ἡ Δ. στά ἐνδιάμεσα τῆς κουβέντας συνόδευε τήν Πιάφ, τήν Ἔλλα, προσπάθησε τήν Τζάνις κι ἄλλους, πού τραγουδοῦσαν χαμηλόφωνα τίς ἐπιτυχίες τους. Ἀκόμα δέν εἶχε μαζευτεῖ πολύς κόσμος, καθώς ὅ,τι σουρούπωνε. Ἡ Ν., ἄν κι εἶχε κέφια, κάποια στιγμή πού ἀπό τά ἠχεῖα ἀκουγόταν τό «φοβᾶμαι» τῶν Μπλέ, χάθηκε, κάπνιζε σκεφτική.
-      Ἐσύ τί φοβᾶσαι; γύρισε μέ ρώτησε αἴφνης.
-      Πολλά, τῆς εἶπα βιαστικά, χωρίς δεύτερη σκέψη. (Ἤθελα νά ξεφύγω;)
Μέ κοίταξε ἀπορημένη:
-      Δηλαδή;…
-      Κάποιες φορές καί τή σκιά μου…
-      Τί ἄλλο χειρότερο ἀπό τόν θάνατο;… ἐγώ αὐτόν μονάχα…
Ἦταν παράξενο, μιλούσαμε ἐξομολογητικά, ψιθυριστά σχεδόν, κι ὅμως ἀκούγοντας πεντακάθαρα ἡ μιά τήν ἄλλη, ἐνῶ γύρω μας ἤδη οἱ παρέες εἶχαν αὐξηθεῖ, δυνατά γέλια, θόρυβος ἀπό τά μαχαιροπήρουνα, μεγαλόφωνες κουβέντες ὁρισμένων πού, προσπαθώντας νά καλύψουν τίς συζητήσεις ἄλλων, δημιουργοῦσαν πανζουρλισμό.
Ἡ Δ. ἔκοψε τό τραγούδι, παρακολουθοῦσε∙ τό σῶμα της μαζεύτηκε, μοῦ ‘δωσε τήν εἰκόνα ἑνός κουβαριοῦ στό ἡμίφως, τά δάχτυλά της ὅμοια μέ τήν ἄκρη τοῦ νήματος τυλίχτηκαν στό πόδι τοῦ ποτηριοῦ, τό σήκωσε. Εἶχε ἰδία πείρα. Ὡστόσο, ὅπως φαίνεται νά συμβαίνει μ’ ὅλα τ’ ἀγκαλιάσματα πού σ’ ἔχουνε τρομάξει, καθώς ἀπαίτησαν τήν ἀπόλυτη παράδοσή σου, ἄν καταφέρεις καί ξεγλιστρήσεις, κι Ἐκείνου κάποια στιγμή μοιάζει νά τό ξεχνᾶς.
-      Ἄν συμβεῖ σ’ ἐμένα, ἄν εἶμαι πρώτη καί τό μάθεις, ἀκόμα καί σέ κώμα νά ‘μαι, φρόντισε νά ‘ρθεις, ζήτησα ἀπό τήν Ν. Γιά νά μπορῶ νά φύγω... 
Τσουγκρίσαμε. Δέν ἤμουν σίγουρη σέ τί. Καμιά δέν εἶπε. «Πάντως ἀποκλείεται νά φύγουμε κι οἱ τρεῖς μαζί…», μονολόγησε ἐκείνη, χωρίς νά μπορῶ νά καταλάβω ἄν ἦταν ἐλπίδα, φόβος ἤ κάποιου τύπου εὐχή. Ἄν μέ ρωτοῦσαν, θά ‘θελα νά πάω μαζί τους. Τήν ἴδια στιγμή ἀκριβῶς. Κι ὄχι γιά τό μετά, γιά τήν παρέα στό ταξίδι. Ἐξ αἰτίας τοῦ πρίν. «Ὅποτε μοῦ συμβεῖ ὡστόσο,» συμπλήρωσε βιαστικά, «ἀφήνω παραγγελία! κάψτε με (μή τυχόν καί δέν!), κι ὕστερα βούρ στό τσιπουράδικο. Δέν θέλω κλάψες, λιβανίσματα, τρισάγια. Στό τσιπουράδικο καί γλέντι! Ἀκοῦτε;» Συμφωνήσαμε. Τά ἴδια θέλαμε ὅλες. Ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς αὐτή τή στιγμή. Γελάσαμε. Τρομάρα μας!...
Κοντά μεσάνυχτα, ἀφοῦ στραγγίσαμε καί τό δεύτερο μπουκάλι, ἀποφασίσαμε νά φύγουμε. Ἡ Ν. ἐπέμενε: «Δέν συντρέχει λόγος γιά ταξί ὅσο καί νά ‘ναι, μιά μικρή παράκαμψη σιγά τό πράγμα! Πάντα ὑπάρχει χρόνος μεταξύ μας».
Ὑπάρχει ἀλήθεια; ἐνῶ μέσα μου ἕνα σφίξιμο. Ἔμοιασε νά μ’ ἄκουσε. Γύρισε ὅπου στεκόμουν, μέ πλησίασε, ἄνοιξε, μοῦ ἔτεινε τά χέρια. Ἔκανε κρύο ἀκόμη παρ’ ὅλο πού ὁ ξανθός Ἀπρίλης ἦταν παρών, εἶχα φορέσει ἤδη τό μπουφάν, τό ‘χα κλείσει ὥς ἐπάνω, ὡστόσο ἐκεῖ στό πεζοδρόμιο, πρώτη φορά στά τόσα χρόνια τῆς γνωριμίας μας, ἔνιωσα πώς τά χέρια της ἦσαν τό μοναδικό μου ροῦχο.
Ἡ Δ. παραδίπλα, παραδόξως δέν διέκοψε τή στιγμή οὔτε μέ μιάν ἀτάκα ἀπό κεῖνες τίς βιαστικές της, τίς φαινομενικά παράταιρες, καθώς σπανίως ἄντεχε τίς ἐξομολογήσεις καί τίς συγκινησιακές φορτίσεις ὅποιου εἴδους, οὔτε κἄν μέ ψίθυρο.
Ἡ Ν. τραβήχτηκε μαλακά ἀφήνοντάς μου τό ἔνδυμα. Τό βλέμμα της εἶχε τήν ἰδιάζουσα λάμψη τῆς παραδοχῆς ὅλων ὅσα γιά καιρό, γιά χρόνια, ἀπέφευγε νά παραδεχτεῖ, ἔμοιαζε μέ λίμνη στήν πανσέληνο. Ἐκείνη στό μέσον τοῦ νεροῦ, τήν ὥρα πού βουτοῦσε καί βυθιζόταν, τήν ἴδια ἀκριβῶς σήκωνε πανιά. «Δέν ἀλλάζει ὁ χαρακτήρας» τήν θυμήθηκα συχνά μέ σθένος νά ὑποστηρίζει, «δέν ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος», ὥστόσο μοῦ κοινώνησε αἴφνης μιάν ἀναπάντεχη ἀλλαγή. Ἀλλάζει τελικά ἤ, μήπως νομίζουμε ὡς ἀλλαγή κάποιο στοιχεῖο πού δέν γνωρίζαμε κι ἀπροσδόκητα μᾶς ἀποκαλύπτεται; Τό πιό παράξενο ἦταν ἡ ἡσυχία, ἡ ἀπόλυτη ἀταραξία ὅπου συνέβη αὐτή ἡ ἀκραία μετακίνηση. Εἶχα τήν αἴσθηση πώς καί μέσα μου ἡ ἴδια λίμνη. Ἦταν καί μεταξύ μας κάποιου εἴδους ἀποχαιρετισμός; Ἀόριστη ὑπόσχεση γιά κάτι ἄλλο, κάπου ἀλλοῦ, κάπως ἀλλιῶς;...
Γύρισε νά φύγει. Πῆγε στό πάρκινγκ νά φέρει τό αὐτοκίνητο. Περιμέναμε μέ τήν Δ. ἀμίλητες. Ἔνιωθα νά μετεωρίζομαι σέ περιβάλλον ὀνείρου. Παράδοξη ἐγρήγορση καί ρευστότητα συγχρόνως. Ὅταν ἔφτασε, διάλεξα νά καθίσω πίσω. Μέ παράστεκε ἀχνή ἡ ἐπιθυμία νά κρατήσω μιά-δυό σημειώσεις, ὅσο τουλάχιστον τά φῶτα τῶν δρόμων καί ἡ σκοτεινιά τῆς καμπίνας μοῦ τό ἐπέτρεπαν.
Οἱ κεντρικές λεωφόροι εἶχαν λιγοστή κίνηση. Ἡ παρατεταμένη ἐποχή τῆς κρίσης τούς ἔκανε νά μοιάζουν ἀλλόκοτα ἄδειοι. Ὡστόσο, ἡ ἰδιότυπη ἐρημιά ἡ ὁποία διαπερνᾶ τά φυλλοκάρδια σου ἐδῶ, στό κέντρο τῆς πρωτεύουσας, σέ περονιάζει μ’ αἴσθηση ἀφόρητης γύμνιας, στό πιό ἀκραῖο, τό πιό ἀκατοίκητο χωριό σ’ ἐνδύει μέ πληρότητα χάρη στήν ταύτιση μέ τήν οὐσία  τῆς φύσης σου. 
Ἡ Ν. ἔδειχνε νά μή βιάζεται. Ὁδηγοῦσε ἀργά, ἐν τούτοις τ’ ἀποσπάσματα τῆς πόλης ἀπό φανάρι σέ φανάρι περνοῦσαν γρήγορα ἀπό τά πλαϊνά παράθυρα. Βουλιμία νά κρατήσω μιάν εἰκόνα: τό μόλις ἀνατέλλον φεγγάρι πάνω ἀπό τόν Ὑμηττό πού ‘μοιαζε μέ μελωμένο πεπόνι τοῦ ἀρχαίου Ὀρχομενοῦ, τόν μισοφωτισμένο Λυκαβηττό, τόν Ναό στόν Βράχο, τίς μεσοπολεμικές πολυκατοικίες μέ τίς τρύπες ἀπό τίς σφαῖρες τοῦ ἐμφυλίου ἀκόμη χάσκουσες, τό μνημεῖο τοῦ Δραγούμη, τό Πάρκο πού κουτσουρεύτηκε χάριτι ἑνός Μεγάρου, τήν ἀνάκλαση τῶν φώτων στήν ἄσφαλτο. Καμιά δέν ἔστεκε, καμιά νά πιάσω.
Ἡ Δ. εἶχε ἀνάψει τσιγάρο. Ἄν καί ἀπ’ ἐκεῖ πού καθόμουν μποροῦσα νά βλέπω μόνο τό προφίλ της, ἐν τούτοις τήν ἔβλεπα ὁλόκληρη. Ἦταν ἀλλόκοσμα ἥσυχη. Ἔμοιαζε νά παρατηρεῖ τόν κόσμο σάν νά φοροῦσε σκοῦρα γυαλιά. Ποῦ ταξίδευε; Ἕνα φευγαλέο κοίταγμα τῆς Ν. μές ἀπό τόν καθρέφτη τοῦ ὁδηγοῦ σκόνταψε πάνω μου. Ἔπλεα γύρω, ἔπλευσα στό βλέμμα της. Ἡ θέρμη τῶν σωμάτων, οἱ ἀνάσες-ὅλα ἥσυχα. Μόνο εἰκόνες τους, ὡστόσο οὔτε καί δαῦτες ἔστεκαν, προλάβαινα κάποια τους νά κρατήσω...
Πλησιάζαμε στήν πλατεία πού ἐδῶ καί χρόνια στάθμευε μιά καντίνα πού σέρβιρε φαγητό στούς ξενύχτηδες, ἀπωθημένο τῆς Δ. Ἀπροσδόκητα ἀστραποβόλησε. Μέ μιά κίνηση πού οὔτε τήν κατάλαβα ἔμοιασε νά ἐκσφενδόνισε τίς μαῦρες διόπτρες: «ἔχω ἕνα σεβντά!» εἶπε. Ἡ συνείδηση τῆς Ν. φάνηκε νά ταξίδεψε σ’ ἕνα δευτερόλεπτο μ’ ἰλιγγιώδη ταχύτητα ἔτη φωτός, προκειμένου νά συντονιστεῖ μέ τήν Δ. Ἤμασταν σταματημένες ἐξ αἰτίας τοῦ ἐρυθροῦ σηματοδότη. «Ἕνα βρώμικο», πρόσθεσε ἐκείνη βιαστικά, «ἀπ’ αὐτά μέ τή δεμένη, τήν πηχτή σάλτσα πού ἡ κάθε κουταλιά ἔχει ἕνα κιλό κρεμμύδια…» Ἀθάνατη Δ.! σκέφτηκα. Ἡ κυκλοθυμία της μ’ ἔβγαζε συχνά ἐκτός τόπου. Ἐν τούτοις: μέ παρόμοιο τρόπο δέν τρέχει κι ἡ ζωή; ἀναρωτήθηκα. Ἴσως ὅποιος φτάνει στό χεῖλος, θέλει δέν θέλει, προσαρμόζεται. Ἀλλιῶς πάει καλιά του... «Δέν χαλάμε χατίρια», ἀπάντησε ἡ Ν., κόβοντας τό τιμόνι ἀριστερά, καθώς τό φανάρι εἶχε στό μεταξύ ἀνάψει πράσινο.
Βρῆκε μιάν ἄδεια θέση, στάθμευσε. Ἠ Δ. στό φτερό, ἄνοιξε τήν πόρτα, πετάχτηκε ἔξω. «Πόσα νά φέρω;» Τήν ἀπογοητεύσαμε, δέν εἴχαμε ὄρεξη οὔτε γιά μιά μπουκιά. Ἐκείνη ἀπτόητη. Ἔριξα μιά ματιά ἀπέναντι, καμιά δεκαριά περίμεναν στήν οὐρά, θ’ ἀργήσει, σκέφτηκα. Ὡστόσο δέν βιαζόμασταν. Ἐξακολουθοῦσα νά περιπλέω στήν ἐντύπωση πώς ὅλα ἐκτυλίσσονταν σέ ἀργή κίνηση, σ’ ἕναν διαφορετικό χρόνο μές στόν ὡρολογιακό. Ἴσως τό κρασί; Μήπως τό κατάκιασμα πού συνήθως μᾶς κατέκλυζε ὅταν ἤμασταν οἱ τρεῖς μας;…
Ξαφνικά, καθώς ἔριξα μιά ματιά ἀνταπόκριση στήν παρατεταμένη τῆς Ν. πού μοῦ ‘στειλε μές ἀπό τόν καθρέφτη, θωπεία πολύτιμη, δυσεύρετο στολίδι τοῦ ρούχου πού λίγο πρίν μοῦ ‘χε χαρίσει, μιά τεράστια λάμπα στήν ἄκρη τοῦ δρόμου, μπροστά ἀριστερά, τράβηξε τήν προσοχή μου. Συγχρόνως μοῦ ‘κανε ἐντύπωση ἡ κολώνα ἀπό τήν ὁποία κρεμόταν. Δέν ἦταν ἀπό κεῖνες τίς ψηλές πού συνήθως χρησιμοποιεῖ ὁ Δῆμος ἤ ἡ ἠλεκτρική ἑταιρεία. Θά ‘λεγες πώς ἦταν λίγο ψηλότερη ἀπό τό ὕψος ἑνός πανύψηλου ἀνθρώπου. Ἀλλά ἡ λάμπα… Τεράστια! Φώτιζε… Δέν μποροῦσα νά διακρίνω τί ἀκριβῶς, τί σημαντικό νά ὑπῆρχε σ’ ἐκεῖνο τό σημεῖο, ἀλλά ἦταν τόσων πολλῶν κηρίων πού ἀπό τό αὐτοκίνητο ὥς ἐκεῖ πού ‘ταν στημένη, ἡ ἀνάκλαση τοῦ φωτός της εἶχε στρώσει διάδρομο.
Ἄν καί θαμώνας τῆς συγκεκριμένης πλατείας τό τελευταῖο δωδεκάμηνο τουλάχιστον, δέν θυμόμουν κάτι ἀξιοσημείωτο στή συγκεκριμένη γωνία. Ἀκόμα καί ἡ διασταύρωση μέ τήν κάθετο στόν κεντρικό δέν ἦταν κύρια. Ἔνιωσα τήν ἀνάγκη νά πάω ἴσαμε κεῖ. Δέν ἦταν περιέργεια, διαπίστωσα. Ἦταν ἀνάγκη. Ἐπιτακτικά μέ παρωθοῦσε. «Θά ‘ρθεις;» ρώτησα τήν Ν. «Ποῦ;» «Νά, ἐκεῖ!» τῆς ἔδειξα τό τέλος τοῦ τετραγώνου. «Σ’ ἐκεῖνο τό φῶς!» «Ποιό φῶς; Δέν βλέπω τίποτα…»
Τέτοια φωτοχυσία! Πῶς ἦταν δυνατόν νά μή τή βλέπει; Ἀκόμη κι ἐδῶ μές στό αὐτοκίνητο… Ὁ φωτεινός δίαυλος ἔφτανε ὥς τό κάθισμά μου. Μέ κορόϊδευε; «Πετάγομαι ἕνα λεπτό» τῆς εἶπα, «κι ἐπιστρέφω».
Κατέβηκα. Ἡ Δ. ἄκουσε τήν πόρτα πού ἔκλεισε, μέ εἶδε, «ποῦ πᾶς;» ρώτησε, «ἐκεῖ» τῆς ἔδειξα κάπου μπροστά ἀόριστα, ἴσως νά φαντάστηκε στό περίπτερο, ἀδημονώντας γιά τήν παραγγελία στράφηκε πάλι μπρός, μέ χαιρέτησε. Ἦταν ἕβδομη στή σειρά, προλάβαινα, ὑπολόγισα. Κάτι μ’ ἔκανε νά βιαστῶ, νά τρέξω. Νά τρέξω πρίν χαθεῖ τό φῶς. Καί τήν ἴδια στιγμή μιά ἄλλη φωνή, οὔτε ψίθυρος, μέ προέτρεπε νά καθυστερήσω.
Κοίταξα γύρω. Τά ὑπόλοιπα φῶτα τῆς πλατείας, τ’ αὐτοκίνητα, σταθμευμένα καί διερχόμενα, κάποιοι σκόρπιοι περαστικοί, ἐνόσω ἤδη βάδιζα σ’ αὐτόν τόν διάδρομο, εἶχαν μ’ ἀλλόκοτο τρόπο ἀποκτήσει τήν ὑφή τῶν σκιῶν, τρεμόπαιζαν ὅπως τά σχήματα καί τά πρόσωπα πού σαρκώνει ἡ φαντασία στό ἡμίφως. Ὥς κι ἡ νύχτα… Ξαφνικά... Ποῦ πῆγε ἡ νύχτα;...
Κοντοστάθηκα. Σύγκρυο. Πάχνωσα. Ἔσφιξα γύρω μου τό ροῦχο πού μοῦ ‘χε χαρίσει ἡ Ν. Σάν αἴφνης ἡ παγωνιά μαλάκωσε. Ἀπροσδόκητη θαλπωρή. Συνέχισα ὥς τήν ἄκρια τοῦ δρόμου. Ἕνα ὑπόγειο. Αὐτοῦ τήν εἴσοδο φώτιζε ἡ λάμπα. Πέντε-ἕξι σκαλιά, μιά πόρτα. Δεξιά κι ἀριστερά στό πεζοδρόμιο δυό προστατευτικά κιγκλιδώματα. Μή γλιστρήσει καί πέσει κάποιος κατά λάθος; Συμβαίνουν, ἀλήθεια, τέτοια λάθη; ἀπόρησα.
Δεν θυμόμουν τίποτε στή συγκεκριμένη γωνιά, ἐκτός ἀπό τό πεζοδρόμιο μέ τίς φαγωμένες, μισοσπασμένες πλάκες, τήν εἴσοδο μιᾶς τριώροφης ὑπερτεσσαρακονταετοῦς οἰκοδομῆς καί, παραπλεύρως, ἑνός κλειθροποιείου. Καί ὁπωσδήποτε δέν ὑπῆρχε κολώνα ρεύματος ἤ φωτισμοῦ. Ὡστόσο, τώρα ἐδῶ, μπροστά μου, βρίσκονταν ἀκριβῶς αὐτά: ἡ λάμπα, ἡ δίοδος, τό ὑπόγειο!
Κοίταξα ἐκεῖ πού εἶχε σταθμεύσει ἡ Ν., ἀλλά καί πρός τήν οὐρά πού μᾶλλον ἀκόμη στεκόταν ἡ Δ. Δέν ξεχώριζα καμιά, μήτε τό αὐτοκίνητο. Γύρισα στό φῶς. Ἀπ’ ἐδῶ πού εἶμαι δέν μπορῶ νά δῶ τόν τεράστιο λαμπτήρα, μολονότι τό φῶς εἶναι τόσο δυνατό πού μέ τυφλώνει. Ὅ,τι φωτίζει εἶναι πρός τά κάτω. Τί παράξενο! Μύθοι, ἱστορίες, γραφές καί προφητεῖες μιλοῦσαν ἀπό πάντα γιά ὑπέρλαμπρους διαδρόμους πρός τόν οὐρανό, τ’ ἀστέρια, τόν θεό... Τώρα ἐδῶ;... Τί ἀκριβῶς εἶναι ἐδῶ;...
Ἡ μισάνοιχτη πόρτα στό τέλος τῆς μικρῆς στενῆς σκάλας μοιάζει νά ὁδηγεῖ σέ διαμέρισμα. Μοῦ φαίνεται πώς διακρίνω μερικά δωμάτια. Ὑπάρχουν ἔπιπλα; Ὄχι; Δέν καλοβλέπω ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσωτερικοῦ ἡμίφωτος. Κατεβαίνω δυό σκαλιά. Στήν πραγματικότητα δέν πρόκειται γιά μισόφωτο, παρά γιά ἕνα θολό γαλακτῶδες, ὅπως ἐκεῖνο πού διαγράφεται στόν ὁρίζοντα πρίν ἡ μέρα πάρει τή σκυτάλη ἀπό τή νύχτα. Μένει κάποιος; Λείπει τώρα; Πρόκειται νά ‘ρθει;
Ἀναρωτιέμαι μήπως στέκω μπρός στήν πρόσφατα ἀποκεκαλυμμένη εἴσοδο μιᾶς ἀρχαίας κατακόμβης, μιᾶς μυστικῆς στοᾶς… Μή κι εἶναι ἡ ἐμβασιά σέ μιάν ἄλλη πόλη πού, ὅπως ἀρκετοί ὑποστηρίζουν, ὑπάρχει γιά αἰῶνες κάτω ἀπό τήν πόλη. Μήπως ὁδηγεῖ σέ μιάν ἄλλη ζωή πέρα ἀπό τή γνωστή. Εἶναι ἕνα πέρασμα, μιά ἔξοδος τάχα πρός μιάν ἄγνωστη σέ μένα εἴσοδο; 
Κατεβαίνω δυό σκαλοπάτια ἀκόμη, ὅσο ἀποφασιστικά ἄλλο τόσο διστάζοντας. Ψάχνω πίσω. Ἡ Δ., ἡ Ν. μέ βλέπουν τώρα; Μποροῦν ἐκεῖνες; Θέλω ν’ ἀνέβω. Τά πόδια μου δέν ὑπακοῦν. Ὑπάρχει ἐπιλογή; Ἕνα ἀκόμη. Πιό κάτω. Ποτέ δέν εἶχα ἐπιλογή. Ἦταν ὅλο κι ὅλο θέμα ἀπόφασης. Μπρός μου ἡ Πόρτα. Μία: εἴσοδος-ἔξοδος. Καθώς τήν κοιτάζω, παραδόξως, βλέπω τό χνάρι ἀπό ἕνα βῆμα. Αὐτό το ἴδιο, τό ἕνα καί μοναδικό βῆμα ἀκολουθοῦσα πάντα, πού τό σκιαγράφημά του ἦταν ὁλοφάνερα περιγεγραμμένο, κι ἄς νόμιζα ἄλλως. Ἤ, μήπως, οὔτε κἄν τό ἀκολουθοῦσα, ἀλλά ὅπου κι ἄν νόμιζα πώς ἔφυγα, πώς γύρισα, πώς πῆγα, ὅλο κι ὅλο βάδιζα ἀκριβῶς πάνω σ’ αὐτό; Μοιάζει ἐτούτη ἡ ἀναγνώριση, ἡ παραδοχή νά εἶναι ἡ πιό ἥσυχη ἀπόφαση τῆς ζωῆς μου.
Δέν χτυπάω, δέν σπρώχνω. Διάπλατη αἴφνης. Εἶμαι μέσα. Οὔτε φῶς οὔτε σκοτάδι. Θά ‘ρθει ἄλλος;
Γυμνή.
Νιώθω, σφίγγω πάνω μου, τυλίγομαι στό ροῦχο πού μοῦ ‘χε χαρίσει ἡ Ν.

[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Μύρτιλο]

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Loren Eiseley: Ἀπόσπασμα ἀπό τά "Χαμένα Σημειωματάρια" [Ἀπόδοση στά ἑλληνικά Νατάσα Κεσμέτη]



Ὄχι, δέν εἶναι ἐξ αἰτίας μιᾶς μεγάλης, συγκεχυμένης ἐνοχῆς μου πού, βηματίζοντας προσεκτικά, σηκώνω ἁπαλά τό πόδι πάνω ἀπό ἕναν γρύλλο τοῦ φθινοπώρου, μή τυχόν τόν πατήσω. Δέν εἶναι ἐξ αἰτίας ἐνοχῆς πού ἀρνιέμαι νά ρίξω στόν τελευταῖο ψαραετό, πυροβολώντας τή φωλιά του στό ρεῦμα τοῦ βαλτότοπου. Διαθέτω συναίσθηση· ἀναπτύχθηκα μαζί μέ τόν ἄνθρωπο πού ἀναπτύχθηκε ὁ νοῦς του. Διαμοιράζω ἐκείνη τήν συμπόνια καί τόν οἰκτιρμό πού ἐκτείνεται πέραν ταξικῶν καί φυλετικῶν καί μορφολογικῶν φραγμῶν, ἕως ὅτου συμπεριλάβει τήν συμπαντική ὁλότητα. Δέν ντρέπομαι νά διακηρύσσω αὐτό τό συναίσθημα, οὔτε τό χαρακτηρίζω παθολογία. Μόνον μέσα ἀπό τό ἐπαναλαμβανόμενο καί αὐξανόμενο τοῦτο βίωμα, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀληθινά ἀνθρώπινος. Μόνον τότε τό ὁπλισμένο χέρι του θά χαμηλώσει γιά πάντα. Προσεύχομαι νά γίνει κάποτε ἔτσι.

Ἀπό Τά Χαμένα Σημειωματάρια τοῦ Loren Eiseley.

[Πρώτη δημοσίευση ἠλεκτρονικό φρέαρ]

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Πιρόγα



Τό βλέμμα της κάποτε-κάποτε μοιάζει μέ τά κεράκια τῶν εὐχῶν γιά τίς ψυχές, τά μικρά ἀνθοστόλιστα, χάρτινα καλαθάκια μέ τ’ ἀναμμένα φυτίλια, τά ντίγιας, πού ταξιδεύουν στόν Γάγγη, ἐκεῖ στήν Μπεναρές, καί πού, περιέργως πῶς, ὅπως καί νά φυσάει ὁ ἄνεμος, ὅπου καί νά προσπαθεῖ νά τά ὁδηγήσει τό ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ, φτάνουν πάντα στήν Μανικαρνίκα.
Ἄλλες φορές θυμίζει πιρόγα στήν ὁμίχλη. Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ ὀξύληκτη πρώρα τοῦ μονόξυλου διαπερνάει τό πυκνό πούσι, διατρυπᾶ τίς καρδιές. Ὁπωσδήποτε τή δική του, μέ τήν ἴδια ἀπαράλλακτη δύναμη τρήσης ἐδῶ καί χρόνια, ἄν καί δέν ἀνῆκε σ’ αὐτούς πού γενικῶς δημιουργοῦσαν ἤ εἶχαν «σχέσεις ζωῆς» μέ τούς ἄλλους, βέβαια καί μαζί της.
Ὡστόσο τό βλέμμα της μέ τήν ἰδιόρρυθμη εὐφράδεια, τή χειμαρρώδη εὐγλωττία ἐκείνων πού συνηθίζουν νά κρύβουν τήν καρδιά τους, τοῦ δημιουργοῦσε τήν ψευδαίσθηση ὧρες-ὧρες πώς ἀνάμεσά τους ὑπῆρχε κάτι διαφορετικό ἀπό τά ἐπιφανειακά συνήθη, ἀπ’ ὅλα ὅσα μέ τήν ἴδια  εὐκολία πού συμβαίνουν, τρέχοντας προσπερνοῦν. Ἴσως γι’ αὐτό κάθε φορά ὅπως τά κεράκια κι αὐτός, ὅπου καί νά βρισκόταν, ἐξ αἰτίας μερικῶν της λέξεων, μιᾶς χειρονομίας πού ἀναβλήθηκε πρίν ξεκινήσει, μιᾶς ἄλλης πού δέν ὁλοκληρώθηκε, τῆς συμπεριφορᾶς της ὅπου κύριο λόγο εἶχαν τ’ ἀποσιωπητικά, ἔφτανε μεμιᾶς στήν Μανικαρνίκα, τόν τόπο τῶν νεκρῶν.


[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ]

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Ἀπόδραση στόν καθρέφτη



Βρισκόμαστε στή διάρκεια μιᾶς σύντομης τριήμερης ἀπόδρασης μέ παρέα. Ἡ Ι. κάθεται πίσω, στό παράθυρο τῆς μεσαίας σειρᾶς. Ὁδηγῶ, τήν κοιτάζω ἀπό τόν καθρέφτη. Φοράει σκοῦρα μεγάλα γυαλιά, δέν τήν βλέπω. Σκέφτομαι πώς ἡ παρουσία της σηματοδοτεῖ τή θραύση τῆς μεγαλύτερης ὥς τώρα ψευδαίσθησής μου: νά νομίζεις πώς ἔχεις. Ἀνθρώπους εἰδικότερα. Ἐπειδή κατά περιόδους, ἀναλόγως πρός τίς περιστάσεις, τίς ἀφορμές, τίς ἀντιδράσεις, νιώθεις μέ κάποιον, μ’ ἐλάχιστους ἄλλους συσσέπαλος. Κυριώτερα μέ τ’ ἄνθη τῆς ἴδιας συνομοταξίας. Ἡ μετά κόπων ἀπελευθέρωσή μου ἀπ’ αὐτήν τήν ἀντίληψη ἦταν ἕνα σημεῖο ὅπου κάποιες στιγμές συναντιόμουν μ’ ἐκείνην.
Ἡ μουσική θορυβοῦσε, ὁ ἀέρας σφύριζε ἀπό τά μισάνοιχτα μπροστινά παράθυρα, μιά μακριά τούφα ἀπό τήν φράντζα της πηγαινόρχονταν στό μέτωπο, στά μάτια, μέ τά χαριτωμένα της δάκτυλα τήν ἔσπρωχνε μ’ ἐπιμέλεια, - μέ τήν ἴδια ἐπιμέλεια πού ἄγγιζε τά πάντα -, κάθε τρεῖς στό πλάϊ, πίσω ἀπό τό αὐτί, ἐν τούτοις ἡ ἀνυπάκοη τήν ἐνοχλοῦσε.
Οἱ ἄλλες ψιλοκουβέντιαζαν θέματα γύρω ἀπό τήν πολιτική, τήν οἰκονομία. Ἐκείνη σώπαινε. Οἱ μαλακές γραμμές τῶν ρυτίδων γύρω ἀπό τά μάτια της ἡσύχαζαν, τά χείλη της ἀτάραχα ὅπως τό νυσταγμένο κύμα στό πρῶτο χάραμα. Ἡ σιωπή της ἀντιλαλοῦσε μιά παράδοξη σιγή. Συχνά-πυκνά αὐτός ὁ ἀντίλαλος ἀκουγόταν μέσα μου μέ τέτοιαν ἔνταση, ὅπως ἄν παραγόταν ἀπό μένα τήν ἴδια. Μοῦ ἄφηνε μάλιστα τήν ἀδιαμφισβήτητη ἐντύπωση ὅτι σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή σιωπή ζοῦσε οὐσιαστικά, καί πώς ἡ «ἀγαπημένη της συνήθεια»-ἡ ποικιλομορφία τῶν ἀνθρώπων, δέν ἦταν ἄλλο παρά ἕνα πυκνοϋφασμένο πέπλο, σχεδόν τοῖχος, ὥστε ν’ ἀπομονώνεται πίσω του, παρ’ ὅλο πού, κάποιες στιγμές, παρακινημένη ἀπό μιάν ἀπρόσμενη ἐπαναστατικότητα ἀπέναντι στήν ἴδια της τή φύση μετάνιωνε, ἐνέδιδε στήν περιδίνηση κάθε εἴδους φασαρίας καί συναναστροφῆς.
Αἴφνης μιά ἀνησυχία ἄρχισε νά περιπλανιέται ἀνάμεσα στό ὑπόλοιπο πλήρωμα. Μιά τεντώθηκε, ἄλλη χασμουρήθηκε, κάποια εἶπε πώς χρειαζόταν στάση γιά καφέ, τρεῖς ὧρες ἀκίνητη στήν ἴδια θέση εἶχε μουδιάσει. Τούς ὑποσχέθηκα πώς θά σταματούσαμε στήν πρώτη ἀξιοπρεπή καφετέρια πού θά βρίσκαμε μπροστά μας, ἐνῶ κοιτοῦσα ἐκείνη μές ἀπό τόν καθρέφτη πού ἐξακολουθοῦσε ἀτάραχη.
Σκεφτόμουν πώς ἄν χρειαζόταν κάποια στιγμή νά γράψω κάτι, νά μιλήσω μ’ ἕναν τρόπο συγκεκριμένο, νά περιγράψω τήν Ι., δέν θά ‘βρισκα ἀκριβεῖς λέξεις. Μήπως ἐπειδή στήν πραγματικότητα δέν ἤξερα, ἀκόμη δέν ἔχω μάθει ποιά εἶναι ἡ φύση προσώπων καί πραγμάτων;
Συναντηθήκαμε πρίν κάποια χρόνια. Στό  χρονικό ἐκεῖνο σημεῖο ὅπου ἔχεις ἤδη ἀρχίσει ὄχι μόνο νά ὑποψιάζεσαι ἀλλά καί νά διαπιστώνεις ὅτι τά ὅρια τῆς προθεσμίας, ἐντός τῆς ὁποίας κινεῖσαι, διαγράφονται πλέον μέ ἀνεξίτηλο μελάνι. Τότε, ὅπου θά ‘πρεπε νά γνωρίζεις πώς τελικά δέν κινδυνεύεις, ἀφοῦ κανείς δέν μπορεῖ νά σοῦ πάρει τίποτα ἀπ’ ὅσα ὁ ἴδιος δέν ἔχεις, δέν εἶχες ποτέ νά δώσεις, ὁπότε τό μόνο πού ἀπομένει εἶναι ν’ ἀνταποκριθεῖς στό ἔπακρον στή στιγμή, σέ καθετί και καθέναν ὅταν σοῦ χτυπήσουν τήν πόρτα. Κι ὅμως, λειτουργεῖς μέ ὅλο καί μεγαλύτερη ἐπιφύλαξη.
Τώρα εἴμαστε μέ τήν Ι. στήν ἡλικία ὅπου ὁ χρόνος ὅμοιος μέ τό μαχαίρι πού χαράζει τά μαλακά φύλλα κρούστας, ἀφοῦ ἔχεις ἤδη στρωθεῖ ὅπως τό σιροπιαστό στό ταψί, ἔχει τάμει τά σώματα, τά πρόσωπά μας μέ παρόμοιες τομές. Μᾶς φούρνισε, μᾶς ἔψησε, μᾶς ἔχει σιροπιάσει, κι ἀπό ἐκεῖνες τίς κοπές ἡ ἰδιάζουσα ὀσμή τῶν μπαχαρικῶν καί τῶν λοιπῶν συστατικῶν, ἡ γλύκα, κι ἕνα κριτσάνισμα πού ἐπιτρεπει τήν παράταση τῆς γεύσης νά σταθεῖ ἕνα τόσα δά παραπάνω στό δόντι, νά προλάβει ν’ ἀφήσει τήν οὐσία στόν οὐρανίσκο μ’ ἕνα κράααακ (ὄχι ὅπως ἐκεῖνο το ἁρπακτικό κράκ τῶν νειάτων ἤ τῆς ἐφηβείας), κάνει τή ζωή νά μοιάζει πιό σημαντική, περισσότερο νόστιμη καί μεστή ἀπό ποτέ. Ὡστόσο, εἶναι παράδοξο: αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ αἴσθηση παράτασης ὑπογραμμίζει κι ἐπιτείνει τήν ἐντύπωση ἀφόρητης συντομίας. Κοιτάζοντας ἐκείνην, μές ἀπό κείνη βλέπω τό διαρκές παιγνίδι τῆς προσωρινότητας νά παίρνει σάρκα καί ὀστά. Σήμερα εἴμαστε, ἔχουμε ἡ μιά τήν ἄλλη, αὔριο, μιά στιγμή ἀκριβῶς μετά; Μετά
Τό αὐτοκίνητο καταπίνει τά χιλιόμετρα βουλιμικά. Ξεκινήσαμε σχεδόν χαράματα, ἔχοντας προγραμματίσει μετά τό ἀπομεσήμερο νά φτάνουμε στήν ἄλλη ἄκρη τῆς ἐπικράτειας, ὑπολογίζοντας νά διανύσουμε καμιάν ὀκτακοσαριά χιλιόμετρα. Ἐλπίζαμε μονορούφι, ἄν καί τό βλέπαμε δύσκολο. Προσωπικά, ὄχι μόνο δεν μ’ ἐνοχλοῦσε-ἦταν τό καλλίτερό μου. Οἱ στάσεις μέ κούραζαν, ὅπως καί τό νά ‘μαι ἐπιβάτις. Προτιμοῦσα νά ὁδηγῶ, κι εὐτυχῶς ἡ παρέα δέν εἶχε ἀντίρρηση. Διάλεγα τό βολάν καί τή σιωπή.  Ἀπολάμβανα νά γίνομαι ἕνα μέ τήν ἀπληστία καί τή δύναμη τοῦ κινητήρα, ἡ καρδιά μου νά χτυπάει στόν ἴδιο ρυθμο μέ τίς στροφές του, μ’ ἐνθουσίαζε ἡ αἴσθηση πού μέ διαπερνοῦσε ἀπό τήν διαρκή τριβή τῶν ἐλαστικῶν στήν ἄσφαλτο, καθώς καί σέ κάθε εἴδους καί ποιότητας ὁδόστρωμα. Ἴσως, ἀναρωτιέμαι, φύση τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ τριβή…
Κι ἀπό τήν ἄλλη μ’ ἄρεσε κιόλας μέσω παρόμοιων προβολῶν νά παρατηρῶ, νά διερευνῶ τόν κόσμο, τί νομίζω πώς γνωρίζω. Θά ‘θελα μάλιστα τέτοια πράγματα νά τά συζητάω μαζί της. Ὡστόσο, «μήν ἀναλύεις! Μήν ἀναλύεις!» μοῦ ‘λεγε τελευταῖα ὅλο καί πιό συχνά. Μπορεῖ καί νά ‘χει δικιο, σκέφτομαι. Ἴσως χρειάζεται νά βλέπει κανείς τή ζωή ἀπό ψηλά, νά δέχεται… Ἐν τούτοις ἡ ἀνάλυση… Φαντάζομαι ὅτι συχνά στίς σχέσεις βρίσκεται κανείς ἀντιμέτωπος μέ τήν ἴδια ἀμηχανία καί τόν τρόμο, ὅπως κι ἕνας συγγραφέας κατάντικρυ σέ μιά κενή σελίδα. Σ’ ἐκείνη τήν περίσταση χρειάζεται νά βρεῖς αὐτό πού ἔχεις νά πεῖς, ἄν ὄντως ἔχεις κάτι, ὄχι ἁπλῶς τό φαινομενικά διαφορετικό, τό στήν πραγματικότητα παραμασημένο μ’ ἄλλες λέξεις, ἀλλά τό πιό βαθύ, τήν οὐσία. Σπᾶς, ἀναλύεσαι, ματώνεις. Ἀλλά ἐκεῖ, τό σημεῖο τῆς ὑπέρτατης διάλυσης, εἶναι ἀκριβῶς καί τό σημεῖο τῆς ὑπέρτατης σύνθεσης, ἀκόμη κι ἄν χαθεῖς στίς παρατηρήσεις, τίς λέξεις, τίς ἄστοχες ἤ δαιδαλώδεις προτάσεις, ἄν μπερδευτεῖς μέ διαδρομές στοχασμῶν καί συναισθημάτων πού ὁδηγοῦν ἀλλοῦ, ἄν χρειαστεῖ νά πετάξεις ὅ,τι σοῦ φαίνεται σημαντικό, ὡσότου μείνει τό πράγματι καθαρό.
Ἔτσι, ἔχω τήν ἐντύπωση, καί μέ τόν ἄλλον. Ἐπιμένεις στίς ἰδέες, τίς ἀπόψεις πού ἔχεις σχηματίσει γιά τίς σχέσεις, γιά ἐκεῖνον, μ’ ὅσες ἔχεις κρυσταλλώσει, ἴσως φοβᾶσαι ἤ προβλέπεις τήν ἐξέλιξη, τό ἀποτέλεσμα μέ βάση τίς ἐμπειρίες σου, ὅμως ἀκόμη κι ἄν ἐλπίζεις σέ διάψευσή τους, μέ τό νά παραμένεις τόσο ἁρματωμένος ἀπ’ ὅλα ὅσα νομίζεις ὅτι εἶσαι, ὅτι ξέρεις, εἰσπράττεις ἐν τέλει τή διάψευση τῶν προσδοκιῶν, καί ὄχι τήν ἐπιβεβαίωση τῶν προβλέψεών σου. Τό κενό τοῦ ἄλλου, ὅπως ἡ κενή σελίδα, σέ θέλει γυμνό! Τό ἀντέχεις; Μη κι ἀποφεύγεις; Διαλέγεις συχνά, μ’ ἐπιμονή νά γεμίζεις, νά παραφορτώνεις τό ἤδη ξέχειλο, ἐνῶ μ’ αὐτόν τόν τρόπο μᾶλλον ὁ ἴδιος ὅλο καί περισσότερο ἀδειάζεις… Κι ὅμως, κατά τό συνήθειο, μεταθέτεις τήν εὐθύνη τῆς δικῆς σου δειλίας στήν τάχα κενότητα, τήν ἀκατανοησία τοῦ ἄλλου…
Τῆς ρίχνω ἄλλη μιά ματιά. Βλέπω τή μαλακή της ἀναπνοή νά κυματίζει τό σῶμα της. Γιά πόσους στή ζωή της ὑπῆρξε κι ἀκόμη εἶναι ἡ ἀνάσα της θωπεία; Μιά τρυφερή ἐπιβεβαίωση, ἡ πιό ἁπτή ἐπαλήθευση ὅτι ἀκόμη ἡ Ι. εἶναι ἐδῶ, τούς μοιράζει τόν ἑαυτό της. Τήν ἀκούω. Ἤρεμη σάν παφλασμός. Ἀχνός. Εἰσχωρεῖ στούς πόρους μου. Ταξιδεύει. Κάποιες φορές μέ κάνει νά τρεμουλιάζω ὅπως ἡ ψυχή πού φτάνει ὥς τά δόντια, κι ἀντί ν’ ἀνοίξει φτερά, γυρίζει πίσω. Ἴσως ἐπειδή μές στήν κανονικότητά της ἡ ἀνάσα της πνίγει ἀγκομαχητά, στεναγμούς καί ἀναφυλλητά – δικά της καί ἄλλων - ἀπό ‘κεῖνα πού διαλέγει νά μή ξεφορτωθεῖ, μή τυχόν κι ἐπιβαρύνει κάποιον πού δέν ἀντέχει, πού δέν θέλει τά φορτώματα, ἄν καί τοῦ ἀναλογοῦν. Αὐτή της ἡ ἐπιμονή ὧρες-ὧρες… Κι ἄν ἡ ἴδια κοπεῖ; Μή τάχα αὐτό γυρεύει;…
Αἴφνης ὁ καθρέφτης τοῦ αὐτοκινήτου στόν ὁποῖον ἀποδρῶ ἀποσπώντας εἰκόνες της, ἐνῶ προσπαθῶ νά κρατήσω, νά φυλάξω ὅσες περισσότερες δύναμαι ἐντυπώσεις της, ἔστω καί μία, μιά παραπάνω, λευκαίνει, γίνεται ἄγραφο χαρτί. Ἡ ὅποιου εἴδους ἀπουσία της μοιάζει μ’ αὐτό τό κενό… Ἔτσι θά εἶναι ἡ ζωή, ἀκόμη καί οἱ μνῆμες μου ἀπό κείνη ἄραγε μετά;... Θά ἐξακολουθεῖ ν’ ἀτμιζει γύρω μου τότε, μέσα μου; Σ’ ἐκείνην ἐγώ θ’ ἀτμίζω; Ἀπό ‘κεῖ, ἀπό ‘δῶ, ποιά ἀπό ‘κεῖ, ποιά ἀπό ‘δῶ-τό ἴδιο…
Σποραδικές στιγμές τέτοιας καθοριστικῆς ἀπουσίας στήν παρουσία σηματοδοτοῦσαν μ’ ἔνταση ἀπαράμιλλη αἴσθηση ἀποκοπῆς, κι ἔτσι ἀκριβῶς ἀντιλήφθηκα πώς μιά ἀπό τίς μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις εἶναι νά ἐλπίζει, νά νομίζει, νά ἐπιμένει στήν ἀντίληψή του κάποιος πώς κάτι, κάποιον ἔχει, ἐνῶ δέν ἔχει κανέναν καί τίποτα οὔτε γιά μιά στιγμή. Προσωρινά συνδέεσαι, φευγαλέες, περιστασιακές συγκολλήσεις σέ προικίζουν μέ τήν ἐντύπωση τῆς συμπλήρωσης, τῆς ὁλοκληρίας πώς ἐσύ κι ὁ ἄλλος-ἕνα σύμπαν, θρέφουν, φορτίζουν τή μνήμη, κι ἡ δύναμη τῆς ἐγχάραξης αὐτῆς τῆς ἰδέας μπορεῖ νά σέ κρατήσει ζωντανό κι ἀλληλεξαρτημένο μέ κάποιον γιά αἰῶνες, ἀσχέτως φύλου καί εἴδους σχέσης, ὡστόσο τό μόνο πού μπορεῖς, πού ὀφείλεις ν’ ἀποδεχτεῖς εἶναι τό ν’ ἀγαπᾶς ἐν τέλει ὅ,τι δέν ὁρίζεις. Ἐκείνη μιά φορά τό ‘πε μ’ ἕναν ἄλλον τρόπο: ἀγάπα τό δικό σου τίποτα, τῶν ἄλλων, τόν κανέναν πού στήν οὐσία εἴμαστε ὁ καθένας.
Μαζί της, ἐξ αἰτίας της, εἶχα πετάξει πολλά ἀπ’ ἐκεῖνα πού κουβαλοῦσα πού νόμιζα χρήσιμα, ἄλλα σπουδαῖα, καθοριστικά. Ὁρισμένα χωρίς περίσκεψιν χωρίς αἰδώ, ἀρκετά ὡστόσο ὄχι χωρίς ἀντίσταση, δίχως ὀδύνη, ἐπειδή πιθανόν τά θεωροῦσα ἀλληλένδετα μ’ αὐτό πού νομίζω ὅτι εἶμαι, ἀλλά, κυρίως, ἐπειδή ἡ συμπύκνωση, ἡ γυμνότητα, ὅπως καί κάθε εἴδους καιριότητα, σέ φέρνουν ἀντιμέτωπο μέ τόν τρόμο: ποιό τό δικό μου καθαρό; ὑπάρχει; Ὄχι τό πρωτότυπο-τό αὐθεντικό! Τό αὐτούσιο! Ὑπάρχει; Εἶμαι; Ἀλλιῶς, πῶς καί τί μου νά  μοιραστῶ…
Ἄναψα τσιγάρο. Παρ’ ὅλες τίς ἐνστάσεις σχετικά μέ τό κάπνισμα στή διαδρομή, τό πλήρωμα σιωπηρῶς μοῦ τό ἐπέτρεπε, ἀρκεῖ νά μή μετέτρεπα σέ τζιμινιέρα τήν καμπίνα. Τήν ἴδια στιγμή ἐκείνη παρασύρθηκε, σιγομουρμούριζε ἕνα τραγούδι πού τῆς ἄρεσε, συνοδεύοντας τόν τραγουδιστή ἀπό τό σιντί πού ἔπαιζε ὥρα.
Ξάφνου φωνές, διαμαρτυρίες ἀπό τό πλήρωμα. Μ’ ἑτεροχρονισμό εἶδα ἀπό τόν καθρέφτη τοῦ ὁδηγοῦ τά κεφάλια τους νά γυρίζουν, νά κοιτᾶνε πίσω. Εἶχα περάσει μόλις ἕνα τεράστιο σταθμό μέ καφενεῖα, ἑστιατόρια, βενζινάδικο. Ἄφησα τίς φωνές τους, τίς κουβέντες νά τίς πάρει ὁ ἀέρας τῆς Ἐθνικῆς, νά τίς παρασύρει ὁ καπνός τοῦ τσιγάρου στ’ ἀκραῖα, τά πιό σκιερά κι ἀπόκρυφα σημεῖα τῆς καμπίνας, νά σβήσουν παντελῶς ἀπό τόν ἀκουστικό μου πόρο.
Συνέχισα. Ἦταν ἀδύνατον νά πάψω νά ‘μαι ἀπορροφημένη ἀνάμεσα στόν δρόμο, τήν καύτρα ἑνός ἀκόμη τσιγάρου καί σέ ἁλυσιδωτές σκηνές ἀπό μένα κι ἐκείνη πού ἐκδιπλώνονταν καί παρατάσσονταν στήν κύρια εἴσοδο τῆς μνήμης. Ἀμέτρητες σκηνές ἀπ’ ὅλα τά χρόνια τῆς γνωριμίας μας πού ἔμοιαζαν, χάρη στήν ἀπόσταση καί τήν πολυποικιλότητά τους, μέ μυριάδες ρινίσματα. Αἴφνης, λές καί μ’ ἄκουγε, μέ παρακολουθοῦσε τόσην ὥρα, βγάζει τά γυαλιά. Μαγνήτης τό βλέμμα της στό βλέμμα μου τά ἕλκει, σύρει κι ἐμένα. Γιά μιά στιγμή, ἐδῶ, τό τώρα γίνεται ὁ πιό συγκεκριμένος τόπος. Τό ὄνομά του, ἡ γεωγραφία του-τά ὀνόματα, ἡ γεωγραφία μας. Στόν χάρτη τοῦ βίου αὐτός ὁ τόπος ἕνα στιγμιότυπο πού ἔπιασες μά δέν τό ἔχεις. Πέρασε, πέρασες...
Βασιλεύει ἔξω ἡ μέρα, σ’ ἐμένα ἡ αἴσθηση πώς παράδοξο τίποτα ἡ φύση τῶν πραγμάτων. 

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν]