Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Kathleen Raine: Τότε ὁ οὐρανός μοῦ μίλησε**

Ἀπόδοση στά ἑλληνικά: Νατάσα Κεσμέτη

Christopher Nevinson, "Near Leatherhead" (c. 1939)

Τότε ὁ οὐρανός μου μίλησε
μέ γλώσσα ὁλοκάθαρη, οἰκεία σάν τῆς καρδιᾶς,
πιό κοντινή κι ἀπ' τῆς ἀγάπης.
Ὁ οὐρανός εἶπε στήν ψυχή μου,
Ἔχεις ὅ,τι ποθεῖς !
Μάθε πώς γεννιέσαι τώρα
μαζί μέ τοῦτα δῶ τά σύννεφα, ἀνέμους κι ἄστρα,
καί τήν δίχως ἀνάπαυση ἀεικίνητη θαλάσσια ἄμμο, τούς ἐνοίκους τοῦ δάσους.
Ὁ φυσικός σου κόσμος αὐτός εἶναι .
Ὄρθωσε τήν καρδιά σου ξανά  δίχως φόβο...
ἄν τόν ζωογόνο ἀγέρα ἀνασαίνεις ἤ ἄν στό μνῆμα ἀναπαύεσαι
τόν κόσμο τοῦτο μέ τό λούλουδο καί τόν τίγρη μοιράζεσαι.



[*Ὑπέρ Ἀναπαύσεως Δημητρίου
**Ἀπόσπασμα ἀπό τό ποίημα Passion τῆς K.R.




Kathleen Raine (1908-2003)

 


Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Στέπα IV




Τῆς Ν.Κ.

Καθώς σουρούπωνε, τά λαμπερά σμαραγδί χορτάρια παῖρναν χρῶμα γκρί. Μαλακή σιωπή, ἄπνοια ὅπως περίπου πρίν τόν ρόγχο. Ἡ γῆ καμπύλη. Ἡ στέπα γεμάτη ἀστέρια∙ ἑκατομμύρια πυγολαμπίδες κρέμονταν ἀπ’ τόν βαθύ οὐρανό. Ἄνοιξη παντοῦ. Αὐτός ἔξω∙ μακριά ἀπό τή φωλιά∙ ἔχοντας σχεδόν λησμονήσει κάθε φωλιά, ἤρεμος, πρηνηδόν. Ἄν μέ τό νά ἐγκαταλείψει τήν ἀγέλη, τά σίγουρα λημέρια, ἀκόμη καί τά θηράματα πού σεργιάνιζαν ἀμέριμνα, δῆθεν ἐλεύθερα στά ἐκτεταμένα βοσκοτόπια φτάνοντας ὥς ἐδῶ ἦταν κάποιου εἴδους τίμημα, ἔστω κι ἄν σήμερα-αὔριο πέθαινε ἄσιτος-ἄξιζε! Γι’ αὐτόν στήν ἔξω, στή μέσα στέπα ἔ τ σ ι πήγαινε ὁ δρόμος. Μέ κέφι θηρευτῆ μετά ἀπό ζουμερό κυνήγι, «ἐγώ ὁ λύκος κατάφερα τέτοιαν ἀπόσπαση!» ἀνομολόγησε, κι ἔγειρε τό στενόμακρο μουσούδι, τήν ὑγρή του μύτη στό κοντό, σκληρό χορτάρι.

[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Στέπα Τεῦχος 7]

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Στέπα ΙΙΙ





Ὧρες ἀτέλειωτες ἔτρεχε τό λεωφορεῖο στόν κακόπαθο ἀσφάλτινο δρόμο καταμεσίς τῆς στέπας. Ζητήσαμε στάση ἀπό τόν ὁδηγό γιά ἕνα τσιγάρο, νά ἰσιώσουν τά σώματα, μερικά τεντώματα, λίγο βάδισμα. Ὅπου ἔβλεπες γῆ κι οὐρανός σέ τόνους ὤχρας, ἐνῶ στήν ἀπόμακρη, δυσδιάκριτη ἄκρη τοῦ ἐπίπεδου ὁρίζοντα, καί μόνο ἐκεῖ, ὁ ἥλιος ἀργοπλάγιαζε αἱμόφυρτος. Μυρουδιά βασιλεύουσα πυρπολημένου, ἀλλοῦ ὅμοιου μέ πούλβερη, ἀλλοῦ γεμάτου γρόμπους χώματος. Ποῦ καί ποῦ θάμνοι, πόες, κλαριά-ἀποκαΐδια, ἄν καί στούς ξερούς βλαστούς τους κόχλαζαν χυμοί.
Τεράστιο πεδίο μάχης, ἀκαταμέτρητο, ἁλώνι τῆς ζωῆς, σέ γοργή ἀνασκόπιση ταινία τῆς δικῆς μου. Λαγοί, νυφίτσες, ὄρνια, πεταλοῦδες μέ μουντά φτερά, ἀετοί, κροταλίες, ἀνακόντες. Μπορεῖ ἀπό πείνα, μπορεῖ ἀπό βῆμα σου ἀπρόσεχτο, ἴσως κι ἀπό κίνηση αὐθόρμητη, ἄσκεφτη νά σέ νομίσουν ἀπειλή, μιά δαγκωνιά, ἕνα ἀπροσδόκητο, ἀστραπιαῖο τύλιγμα μέ τρόπο ὅπως στό γαϊτανάκι ἡ χρωματιστή κορδέλα, ἤ τό γυναικεῖο κορμί μ’ ἔρωτα ἀνεκδιήγητο στό ἀρσενικό-κι ἄντε γειά!  Ὅπως καί νά ‘χει, τίποτα κακό ἀπό μόνο του. Ὡστόσο ἡ ἑρμηνεία… Στά ζῶα, τόν ἄνθρωπο… Ἴσως νά ‘χε ἐνδιαφέρον ἄμποτες, ὅπως ἐδῶ πα’ δά στή στέπα, ὅπως ἡ ἴδια ἡ στέπα, ἄν ζοῦσα στό ἀκαριαῖο κι ὄχι τή ζωή στό ἑρμήνευμά της.


[Πρώτη δημοσίευση Περιοδικό Στέπα τεῦχος 7]