Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Ὅλα εἶναι ἐδῶ



Δέν ἔθαψε τόν σκύλο οὔτε τή γάτα. Γενικῶς δέν πήγαινε σέ κηδεῖες παρά σ’ ἐκείνων πού ἦσαν σ’ ἕναν βαθμό γνωστοί, ἤ συγγενεῖς πού ‘χανε κόψει σχέσεις. Στοῦ πατέρα μέ τό ζόρι, ἀλλά κοίταζε τά οὐράνια τόξα. Στῆς μάνας ἔλειπε ὑπερατλαντικό ταξίδι.
Μ’ ἐκείνην ἐδῶ καί χρόνια τρόμαζε. Ὥσπου μιά μέρα τοῦ δήλωσε ἀπροσδόκητα: «θά φύγω πρώτη! Τό ξέρω. Δέν μπορῶ ἀλλιῶς!»
Δέν κατάφερε νά σηκωθεῖ τήν ἴδια στιγμή ἀπ’ τό τραπέζι ὅπου κουτσόπιναν, περίμενε νά τελειώσουν ὅπως κάθε ἄλλη φορά. Στήν καληνύχτα ἕνα αἰφνίδιο, ἀστραπιαῖο γράπωμα, τά κεφάλια τους ἔγειραν μιά φευγαλέα στιγμή στούς ὤμους, καθώς τά χείλη ἐγύρευαν τά μάγουλα μπερδεύτηκαν, ἀγγίχτηκαν στόμα μέ στόμα. Τραβήχτηκαν μ’ ἔξαψη. Στά βλέμματα αἰφνιδιασμός κι ὅλα ἐκεῖνα πού δέν εἶχαν εἰπωθεῖ, δεν... Μικρή παράταση συνάντησης ὥσπου ν’ ἀποτραβηχτοῦν τά χέρια…
Χρόνια τώρα δέν ἔχουν ἰδωθεῖ. Κι ἄν κήδεψαν κείνη τή νύχτα, δέν θάψαν τίποτα.

[Πρώτη δημοσίευση: ἠλεκτρονικό φρέαρ, 21/8/2015]

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Mario Benedetti: Μήν παραδίνεσαι. Ἀπόδοση στά ἑλληνικά: Νατάσα Κεσμέτη*



                                                
Μήν παραδίνεσαι, ἔχεις ἀκόμη χρόνο
ν' ἁπλώσεις τά χέρια, καί νά ξεκινήσεις ἀπ' τήν ἀρχή,
Δέξου τίς σκιές σου,
Θάψε τούς φόβους σου
Ἐλευθερώσου ἀπό τά δεσμά σου,
Πέτα ξανά. 

Μήν ἐγκαταλείπεσαι, αὐτό σημαίνει νά ζεῖς
Συνέχισε τό ταξίδι
Ἀκολούθα τά ὄνειρά σου
Ἀποσπάσου ἀπό τό χρόνο,
Μετακίνησε τά ἐρείπια
Καί  ἀποκάλυψε τόν οὐρανό.

Μήν παραδίνεσαι, σέ παρακαλῶ μήν ὑποχωρεῖς
Ἀκόμα κι ἄν τό κρύο καίει,
Ἀκόμα κι ἄν ὁ φόβος δαγκώνει,
Ἀκόμα κι ἄν ὁ ἥλιος δύει,
Κι ὁ ἄνεμος σωπαίνει,
Ὑπάρχει ἀκόμη φωτιά στήν ψυχή σου
Ὑπάρχει ἀκόμα ζωή στά ὄνειρά σου.

Γιατί ἡ ζωή εἶναι δική σου καί δικός σου ὁ πόθος
Γιατί τά ἀγάπησες καί γιατί ἐγώ σ' ἀγαπῶ
Γιατί τό κρασί ὑπάρχει καί ἡ ἀγάπη εἶναι ἀληθινή
Γιατί δέν ὑπάρχουν πληγές ἀγιάτρευτες στό χρόνο.

Γιά ν' ἀνοίξεις τίς πόρτες,
Βγάλε τίς κλειδαριές,
Ἐγκατάλειψε τούς τοίχους πού σ'ἔχουν προστατέψει,
Γιά νά ζήσεις τή ζωή καί νά δεχτεῖς τήν πρόκληση
Φέρε πίσω τό γέλιο,
Δοκίμασε ἕνα τραγούδι
Mείωσε τήν περιφρούρηση κι ἅπλωσε τά χέρια
Ἄνοιξε τά φτερά
Καί δοκίμασε πάλι,
Γιόρτασε τή ζωή καί πάρε πίσω τούς οὐρανούς.

Μήν παραδίνεσαι , σέ παρακαλῶ μήν ὑποχωρεῖς.
Ἀκόμη κι ἄν τό κρύο καίει
Ἀκόμη κι ἄν ὁ φόβος δαγκώνει
Ἀκόμη κι ἄν ὁ ἥλιος δύει,
Κι ὁ ἄνεμος σωπαίνει,
Ὑπάρχει ἀκόμη φωτιά στήν ψυχή σου
Ὑπάρχει ἀκόμα ζωή στά ὄνειρά σου.

Γιατί κάθε μέρα εἶναι νέα ἀρχή,
Γιατί αὐτή εἶναι ἡ ὥρα καί ἡ καλύτερη στιγμή.
Γιατί δέν εἶσαι μόνος, ἐπειδή σ'ἀγαπάω.
                       

[Ὁ Mario Benedetti γεννήθηκε τό 1920 στό Paso de los Toros τῆς Οὐρουγουάης. Πολυγραφότατος, πολυβραβευμένος καί πολυαγάπητος συγγραφέας σέ ὅλο τόν ἰσπανόφωνο κόσμο. Τό 1973, μαζί μέ χιλιάδες ἄλλους Οὐρουγουανούς, ἀναγκάσθηκε νά φύγει  ἀπό τήν πατρίδα του ἐξ αἰτίας τῆς στρατιωτικῆς δικτατορίας. Ἔζησε 12 χρόνια ἐξόριστος στήν Ἀβάνα, τή Μαδρίτη, τή Λίμα, καί τό Μπουένος Ἄϊρες. Πέθανε τό 2009 στό Μοντεβιδέο τῆς Οὐρουγουάης. Πολλά ἀπό τά ποιήματά του ἔγιναν δημοφιλῆ τραγούδια καί στήν πατρίδα του θεωρεῖται ἐθνικός ποιητής.]  

[* Πρώτη δημοσίευση στό παρόν ἱστολόγιο]


Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Charles Bukowski: Ώστε θες να γίνεις συγγραφέας; 'Απόδοση στα ελληνικά: Σώτη Τριανταφύλλου




Αν δεν βγαίνει από μέσα σου ορμητικά
σε πείσμα όλων,
μην το κάνεις.
Αν δε βγει απρόσκλητο
από την καρδιά κι απ’ το μυαλό σου κι απ’ το στόμα
κι απ’ τα σωθικά σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι με τις ώρες
και κοιτάς την οθόνη του υπολογιστή σου
ή σκύβεις σαν καμπούρης πάνω από τη γραφομηχανή σου
ψάχνοντας βασανιστικά τις λέξεις,
μην το κάνεις.
Μην το κάνεις για τα λεφτά
Ή για τη δόξα,
Ας’ το καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα σου φέρει
γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και
γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια,
μην το κάνεις.
Αν ζορίζεσαι όταν σκέφτεσαι να το κάνεις,
τότε μην κάνεις.
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως άλλος,
ξέχνα το.
Ας το καλύτερα.

Αν περιμένεις να βγει μουγκρίζοντας από μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό,
κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στην γκόμενά σου ή στον γκόμενό σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε άλλον,
δεν είσαι έτοιμος να γίνεις συγγραφέας.
Μην γίνεις σαν τόσους και τόσους γραφιάδες,
μην γίνεις σαν κι αυτούς τους μύριους
που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην γίνεις κουτός και πληκτικός
και ξιπασμένος,
μην αφήνεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.

Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν
πνιγεί στο χασμουρητό
με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ’ αυτούς.
Μην το κάνεις.
Αν δεν εκτοξεύεται απ’ την ψυχή σου σαν πύραυλος,
Ας το καλύτερα.

Καν’ το μονάχα αν νιώσεις ότι το να μην το κάνεις
Θα σε οδηγήσει στην τρέλα,
στην αυτοκτονία ή στο φόνο.
Αλλιώς, μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις ότι ο ήλιος μέσα σου
σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.

Όταν έρθει στ’ αλήθεια η ώρα,
κι αν έχεις το χάρισμα,
θα συμβεί
από μόνο του
και θα συνεχίσει να συμβαίνει
ώσπου να πεθάνεις ή ώσπου να πεθάνει εκείνο.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει.
Ποτέ δεν υπήρξε.


[Ο Χένρι Τσαρλς Μπουκόβσκι (Heinrich Karl Bukowski, 16 Αυγούστου 1920 — 9 Μαρτίου 1994) ήταν Αμερικανός ποιητής και συγγραφέας, που έζησε κυρίως στο Λος Άντζελες. Έγραψε πάνω από 50 βιβλία, καθώς και πολλά μικρότερα κομμάτια, και έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντικός για το είδος του, ενώ συχνά αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς και ποιητές ως μεγάλη επιρροή.

Σημαντική επιρροή στο έργο του άσκησαν οι Άντον Τσέχοφ (Anton Chekhov), Knut Hamsun, Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway), Τζον Φάντε (John Fante), Λουί-Φερντινάν Σελίν (Louis-Ferdinand Céline), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Fyodor Dostoyevsky), D.H. Lawrence και άλλοι, στους οποίους και αναφερόταν συχνά. Πολύ μεγάλη επιρροή είχε επίσης πάνω του και το Λος Άντζελες, και ήταν ένα από τα αγαπημένα του θέματα.

Τα έργα του Τσαρλς Μπουκόβσκι είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία αυτοβιογραφικά, αν και ακόμη κι αυτά, περιέχουν αρκετά φανταστικά στοιχεία. Έχοντας ζήσει περίπου μια δεκαετία στο περιθώριο, μέσα από απορία, αλκοολισμό και συνεχείς καβγάδες, συνέλεξε ένα τεράστιο ποσό εμπειριών, τις οποίες και άρχισε να αποτυπώνει σιγά σιγά στα γραπτά του. Η φιγούρα του πατέρα του φαίνεται πως τον καταδιώκει συνεχώς, αποτυπώνοντας άλλοτε μίσος και αηδία προς το πρόσωπό του, κι άλλοτε μια ανθρώπινη κατανόηση, αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που δημιούργησαν την προσωπικότητα του πατέρα του.

Η εγκατάλειψη, ο πόνος, η φτώχεια, η απελπισία, εκφράζονται όλα μέσω των πρώιμων έργων του Μπουκόβσκι. Οι άνθρωποι που καταστράφηκαν επειδή δεν τους δόθηκε μια ευκαιρία, ή επειδή απλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι καλύτερο στις ζωές τους. Αλκοολικοί, άστεγοι, πόρνες, άνθρωποι που ζουν την κάθε στιγμή, χωρίς να περιμένουν τίποτα από το αύριο. Ο Μπουκόβσκι κατάφερε να διεισδύσει στις ψυχές αυτών των ανθρώπων, και να παρουσιάσει τα ταλέντα τους, τις προσωπικότητές τους, την ανθρωπιά τους. Με τρόπο λυρικό και όχι επιθετικό, κατακρίνει τους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς και τον πόλεμο, το αμερικάνικο όνειρο και ολόκληρη την κοινωνία. Μετά τη σχετική αναγνώρισή του και την εξέλιξη της κοινωνικής του κατάστασης, ο Μπουκόβσκι αλλάζει λίγο και τη θεματολογία του. Παύει να μιλά μόνο για ιστορίες χαμένων ανθρώπων. Συναναστρεφόμενος με διαφορετικούς ανθρώπους, διανθίζει τα έργα του με σαρκαστικά σχόλια για την καινούρια του ζωή, ωριμάζοντας και μαλακώνοντας λίγο το ύφος του. Πηγή: wikipedia]

[Πρώτη δημοσίευση: Ιστοχώρος Ζενίθ, https://zenithmag.wordpress.com/]